Τετάρτη, 31 Ιουλίου 2013

Το διάβασμα κάνει κακό στην υγεία;

Από τότε που ο άνθρωπος επινόησε τα γράμματα της αλφαβήτου, έμαθε να σκαρώνει με αυτά λέξεις και να γράφει βιβλία, δεν καταλαγιάζουν στον κόσμο οι συζητήσεις σχετικά με τα οφέλη ή τη βλάβη της ανάγνωσης. Υπερασπιστές της ανάγνωσης υπήρχαν κάθε εποχή πολλοί: όλοι οι επιστήμονες, οι μοναχοί και άλλοι φορείς του φωτισμένου νου υποστήριζαν ομόφωνα την ανάγνωση, επιμένοντας στην ανάγκη για την εκπαίδευση ολοκληρωμένων πολιτών, που να είναι σε θέση να κυβερνήσουν και να υπηρετήσουν την πατρίδα με εντιμότητα και αφοσίωση.. Οι πιο συντηρητικοί διαβεβαίωναν ότι, από κάποιον που δεν αγαπά και δεν θέλει να διαβάζει, δεν μπορεί να αναπτυχθεί ένας καλός άνθρωπος.

Είναι όμως έτσι; Είναι αλήθεια ότι οι άνθρωποι που «διαβάζουν» αποτελούν το καλύτερο κομμάτι της κοινωνίας και κατά πόσον η ανάγνωση είναι ωφέλιμη ή επιβλαβής;

Για την υγεία, η υπερβολική ανάγνωση είναι σίγουρα επιβλαβής, λένε αυτοί που «μισούν» τα βιβλία. Πρώτ΄απ΄όλα, οι περισσότεροι από τους λάτρεις του βιβλίου έχουν προβλήματα όρασης, από το διάβασμα σε κακοφωτισμένους χώρους, στο κρεβάτι, στο μετρό, στο λεωφορείο και, δεύτερον, σε πολλούς παρατηρούνται προβλήματα της σπονδυλικής στήλης, με συνέπειες πόνους στην πλάτη, αρθρίτιδα, σκολίωση και άλλα προβλήματα. Τρίτον, οι «βιβλιοφάγοι» κάνουν καθιστική ζωή και είναι, συνεπώς, συχνά υπέρβαροι. Επιπρόσθετα, μεταξύ των αναγνωστών είναι κοινά μερικά προβλήματα όπως πονοκέφαλοι, αγγειακή δυστονία, νευρικές διαταραχές. Ακόμα και η ανοσία ενός τέτοιου ανθρώπου είναι σημαντικά ασθενέστερη από του «εχθρού της ανάγνωσης» αφού ο μανιώδης αναγνώστης περνά τον περισσότερο χρόνο του σε εσωτερικούς χώρους και ελάχιστα περπατά στον καθαρό αέρα.

Τί σκέφτονται γι΄αυτό το ζήτημα οι επιστήμονες; Οι ειδικοί του γαλλικού Εθνικού Ινστιτούτου Υγείας και Ιατρικών Ερευνών κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η ανάγνωση, ως σχετικά πρόσφατο φαινόμενο στη ζωή του ανθρώπου, επιβάλλει στον εγκέφαλο να προσαρμόζει στο διάβασμα περιοχές του που είναι υπεύθυνες και για άλλες δεξιότητες.

Για το πείραμα συγκέντρωσαν μια ομάδα αποτελούμενη από 63 Πορτογάλους και Βραζιλιάνους, 11 εκ των οποίων δεν ήταν σε θέση να διαβάσουν, 22 είχαν μάθει να διαβάζουν ως ενήλικες και οι υπόλοιποι κατά την παιδική ηλικία, όταν ήταν στο σχολείο. Μάλιστα, οι επιστήμονες σκοπίμως δεν συνεργάστηκαν με υψηλής κατάρτισης φοιτητές πανεπιστημίου, που είναι συνήθως εθελοντές σε παρόμοιες νευρολογικές έρευνες. Αποδείχθηκε ότι η ικανότητα ανάγνωσης αναπτύσσεται σε βάρος της ικανότητας των ατόμων να αντιλαμβάνονται τα ανθρώπινα πρόσωπα.

Μια άλλη ομάδα επιστημόνων αποκάλυψε ότι η νοημοσύνη, δηλαδή η γενική ικανότητα μάθησης και επίλυσης προβλημάτων, καθώς και ο αριθμός των βιβλίων που έχουν διαβαστεί δεν σχετίζονται καθόλου μεταξύ τους. Δηλαδή, μπορεί να διαβάζει κανείς πολύ, χωρίς να αυξάνεται η γνώση του. Κατά τη διάρκεια της ψυχαγωγικής ανάγνωσης, που δεν επιβαρύνεται με αναλυτική διερεύνηση του υλικού, η νόηση είναι αδρανής και ως εκ τούτου δεν αναπτύσσεται. Για τη διατήρηση του μυαλού σε εγρήγορση πρέπει όχι τόσο να διαβάζει κανείς, όσο να επιλύει προβλήματα αναλυτικού τύπου, μεταξύ τους και σπαζοκεφαλιές. Το συμπέρασμα είναι ότι μπορεί κάποιος να είναι «πολυδιαβασμένος», αλλά εντελώς ακατάλληλος για τη ζωή.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η ανάγνωση είναι ένας από τους καλύτερους τρόπους συσσώρευσης πληροφοριών, αλλά το πώς θα χρησιμοποιηθούν αυτές εξαρτάται εξ ολοκλήρου από μάς. Για το πώς πρέπει να διαβάζει κανείς ώστε να έχει όφελος για τον εαυτό του και για την υγεία του, θα μιλήσουμε στο επόμενο άρθρο.