Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2017

Εξέλιξη σοκ στο Μπρούσκο! Η Αναστασία μπαίνει στο ψυχιατρείο μετά την δολοφονία του παιδιού της…

Ο θάνατος του μικρού Ανδρέα, του γιου της Αναστασία και του Ματθαίου, θα συνταράξει όλους, φίλους κι εχθρούς. Το πιο τραγικό όμως πρόσωπο είναι η μάνα. Η ζωή της Αναστασία σχεδόν σταματά στο άκουσμα του θανάτου του μονάκριβου παιδιού της. Η κατάληξή της θα είναι σοκαριστική!

Από την Μαρία Μεταξητινού…

Η Αναστασία με τον Ματθαίο βρίσκονται συνέχεια στο νοσοκομείο περιμένοντας ένα θαύμα. Ενα θαύμα όμως που έχει αποκλειστεί από τους γιατρούς ότι θα γίνει. Ετσι οι ώρες περνούν βασανιστικά για όλους, μα πιο πολύ για τους γονείς. Ο γιατρός τούς έχει αποκλείσει τα πάντα: «Το παιδί σας είναι εγκεφαλικά νεκρό, είναι θέμα ωρών να σταματήσει και η καρδιά του», τους λέει και τους τσακίζει κάθε ελπίδα. Ο Ματθαίος κρατάει το κεφάλι του, δεν μπορεί να πιστέψει αυτό που ακούει, ενώ η Αναστασία φωνάζει «όχι, το παιδί μου ζει!». Ο γιατρός λίγο αργότερα τους ζητά να τους δει ιδιαιτέρως κι εκεί τους ανακοινώνει ότι αν θέλουν να δωρίσουν τα όργανα του παιδιού τους, πρέπει να το κάνουν άμεσα. Η Αναστασία δεν θέλει ν’ ακούσει τίποτα. Αυτή η απόφαση δεν είναι απλά δύσκολη, είναι η επιβεβαίωση για τη μάνα ότι όλα τέλειωσαν. Ο Ματθαίος αν και πονάει το ίδιο, ακόμα μπορεί να σκέφτεται όσο μπορεί λογικά, κάτι που η Αναστασία αδυνατεί να κάνει. Συνεχώς κλαίει ουρλιάζοντας «φεύγει το παιδί μου, φεύγει» και λιποθυμάει. Ο Ματθαίος προσπαθεί να κάνει κάτι για τη συνεφέρει και της λέει: «Το παιδί μας θα δώσει ζωή σε άλλα παιδιά». Ωστόσο, δεν είναι σε θέση να καταλάβει τίποτα και επιμένει: «Αν γίνει κάποιο θαύμα;». Οι ώρες περνάνε και ξαφνικά η Αναστασία σηκώνεται σαν να έχει χάσει τα λογικά της, προσπερνάει τους πάντες και μπαίνει στο γραφείο του γιατρού για να δώσει τη συγκατάθεσή της για τη δωρεά οργάνων. Στη συνέχεια, η γυναίκα σαν υπνωτισμένη, αμίλητη περνάει μπροστά σε όλους, βγαίνει από το νοσοκομείο και μπαίνει στο αυτοκίνητό της. Ο Ανδρέας και ο Σήφης τα χάνουν, αρχίζουν να φοβούνται ότι κάτι δεν πάει καλά και ο Ανδρέας παίρνει γρήγορα τη μηχανή για να την προλάβει. Η Αναστασία τρέχει με το αυτοκίνητο μέσα στους δρόμους μέχρι που φτάνει σε ένα γκρεμό. Ο Ανδρέας μόλις που την προλαβαίνει και βλέποντας ότι έχει χάσει τα λογικά της και είναι έτοιμη να σκοτωθεί, προσπαθεί να την πείσει να μην το κάνει. Η Αναστασία ούτε που τον ακούει πλέον. Το μυαλό της είναι στο παιδί της, η καρδιά της είναι παγωμένη και το βλέμμα της κοιτάζει στο κενό. Ο Ανδρέας την πλησιάζει και μόλις πάει να την πιάσει η Αναστασία γυρίζει και με το ένα πόδι βρίσκεται στο κενό, ενώ ο Ανδρέας έχει προλάβει να την πιάσει από το χέρι. Και οι δύο είναι στον αέρα πλέον. Ο θάνατος είναι πολύ κοντά για τη μάνα που σκέφτεται: «Θέλω να πεθάνω, θέλω να πάω κοντά στο γιο μου». Ωστόσο, με μια γρήγορη και αποφασιστική κίνηση ο Ανδρέας καταφέρνει να την ανεβάσει πάλι στο έδαφος.

Η επόμενη μέρα είναι ό,τι χειρότερο θα μπορούσε να ξημερώσει για τον Ματθαίο και την Αναστασία, καθώς ήρθε η στιγμή που θα πρέπει να θάψουν το παιδί τους. Η Αναστασία, που ζει σε ένα νέφος συναισθημάτων, φαίνεται ότι πλέον δεν μπορεί να το διαχειριστεί. Η κηδεία όμως του παιδιού της θα την επαναφέρει στην τραγική πραγματικότητα και θα της δώσει τη χαριστική βολή. Ο πόνος είναι ανυπόφορος. Ολοι είναι εκεί, οι συγγενείς, οι φίλοι, οι γνωστοί, όλα τα Χανιά, πλήθος κόσμου που έφτασαν για να συνοδέψουν το παιδί στο μακρύ του ταξίδι. Μπροστά η Αναστασία σαν φάντασμα, σαν πρόσωπο από αρχαία τραγωδία, περπατάει πίσω από το νεκρό παιδί της σαν να περπατάει στο άπειρο, σαν να μην πατάει στη γη. Στιγμές-στιγμές, μη θέλοντας να πιστέψει ότι σε λίγο θα αποχαιρετούσε το βλαστάρι της για το πιο μακρινό του ταξίδι, ουρλιάζει σαν το πληγωμένο αγρίμι.

Η τελετή γίνεται και ο Ματθαίος αποφασίζει να φύγει να πάει στο Λονδίνο στον άλλο του γιο για λίγο και μετά να γυρίσουν μαζί, καθώς ο μικρός θέλει να πάει στον τάφο του αδελφού του. Η Αναστασία όμως πρέπει να γυρίσει στο σπίτι. Στο σπίτι του ζούσε με το γιο τους, στο χώρο που έζησε μαζί του τις πιο όμορφες στιγμές της ζωής της. Εκεί που έπαιζαν, εκεί που τον κρατούσε στην αγκαλιά της, εκεί που άκουγε το κλάμα και το γέλιο του. Κι όλο αυτό της είναι ανυπόφορο. Η κοπέλα καταρρέει, ζει σε έναν άλλο φανταστικό κόσμο. Μιλάει μόνη της, κουβεντιάζει με το πεθαμένο παιδί της, κλαίει και καταριέται. Οι δικοί της άνθρωποι ανησυχούν πολύ, δεν ξέρουν τι να κάνουν και φοβούνται πάρα πολύ ότι θα προσπαθήσει ξανά να βάλει τέλος στη ζωή της. Παίρνουν λοιπόν μια δύσκολη απόφαση, να μεταφέρουν την Αναστασία σε μια ψυχιατρική κλινική, όπου εκεί θα την παρακολουθούν ειδικοί για όσο χρόνο χρειάζεται μέχρι να συνέλθει. Ετσι η Αναστασία μεταφέρεται σε ιδιωτική ψυχιατρική κλινική. Εκεί η Αναστασία θα μείνει για ενάμιση μήνα, μέχρι να πάει ο Παύλος με τον Ανδρέα να τη φέρουν πίσω στα σπίτι, πιστεύοντας ότι έχει γίνει καλά. Θα είναι καλά όμως;

Πηγή: youweekly